στρώνω

στρώνω
1. μετ.
1) стлать, стелить (тж. перен. ); расстилать; застилать;

στρώνω τό χαλί — стелить ковёр;

στρώνω τό κρεβάτι (τό τραπεζομάντηλο) — стелить постель (скатерть);

τόστρωσε το χιόνι снег лёг ровным ковром;
2) настилать; мостить; выстилать;

στρώνω τό δρόμο — а) мостить улицу или дорогу; — б) подготовить почву (кому-л.), проложить путь (кому-л.);

στρών την αυλή με πλάκες — выстилать плитами двор;

στρώνω τό δρόμο με άνθη — устилать дорогу цветами;

3) приводить в порядок, убирать (комнату, дом);
4) исправлять, налаживать; устранять недостатки, дефекты, дурные привычки;

§ στρώνω (τό ) τραπέζι — накрывать на стол;

τό στρώνω στο τραγούδι — увлекаться пением;

τό στρών στο φαί — налегать на еду;

τό στρώνω στο πιοτό — пьянствовать, выпивать;

στρώνω στη δουλειά κάποιον — заставлять кого-л. работать;

στρώνω κάποιον στο ξύλο — сильно избивать кого-л.;

κατά πού (или όπως) στρώσεις, θα κοιμηθείς посл. как постелешь, так и поспишь; что посеешь, то и пожнёшь;
2. αμετ. 1) сидеть (об одежде);

τό φόρεμα στρώνει τώρα καλά — теперь платье сидит хорошо;

, 2) исправляться, налаживаться; освобождаться от недостатков, дефектов, дурных привычек;
εστρωσε η μηχανή машина работает исправно; εστρωσε η δουλειά дела пошли на лад;

στρώνουν τα πράγματα — положение улучшается;

έστρωσε ο καιρός погода улучшилась;
3) привыкать; με τον καιρό θα στρώσει со временем привыкнет;

στρώνομαι

1) — ложиться, укладываться;

στρώνομαι κατά γης — лечь на землю;

постлать себе на земле;
2) налегать, проявлять усердие; пристраститься;

στρώνομαι στη δουλειά — налечь на работу;

усердно приняться за работу;

στρώνομαι στο παιγνίδι — увлечься игрой;

3) располагаться бесцеремонно;
ήρθε και μού στρώθηκε στο σπίτι он пришёл и бесцеремонно расположился в моём доме

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Полезное


Смотреть что такое "στρώνω" в других словарях:

  • στρώνω — στρώνω, έστρωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • στρώνω — ΝΜΑ και στρώννυμι και στρωννύω και στορέννυμι και στόρνυμι Α 1. απλώνω κάτι ώστε να καλύψει μια επιφάνεια, καλύπτω μια επιφάνεια απλώνοντας ή διασπείροντας ένα υλικό πάνω σε αυτήν (α. «στρώσε το τραπεζομάντιλο» β. «τό στρωσε» ενν. το χιόνι γ.… …   Dictionary of Greek

  • στρώνω — έστρωσα, στρώθηκα, στρωμένος 1. μτβ., καλύπτω επιφάνεια: Έστρωσε το κρεβάτι με καθαρά σεντόνια. – Όλα ήταν στρωμένα με χιόνι. 2. αμτβ., έχω καλή εφαρμογή: Έστρωσε καλά πάνω σου το φόρεμα. 3. πάω κανονικά, προσαρμόζομαι: Με τον καιρό θα στρωθεί η… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αβακοστρώνω — στρώνω, καλύπτω το έδαφος με αβακοειδείς πλάκες, πλακοστρώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < άβακας + στρώνω. ΠΑΡ. αβακοστρώστης] …   Dictionary of Greek

  • ανθοστρώνω — στρώνω με άνθη, ραίνω με άφθονα άνθη …   Dictionary of Greek

  • ξαναστρώνω — στρώνω πάλι …   Dictionary of Greek

  • συστρώννυμι — και συνστρώννυμι ΜΑ, και συστορέννυμι και συστορνύω Α 1. απλώνω, στρώνω μαζί («συνέστρωσε πάντα», Αριστε.) 2. (κατ επέκτ.) εξομαλύνω («ἐς ὁμαλότητά τινα καὶ ἀκινησίαν ἅπαντα συνέστρωντο», Ευνάπ.) αρχ. στρώνω συγχρόνως. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν* +… …   Dictionary of Greek

  • υποστρώνω — ὑποστρώννυμι ΝΜΑ, και ὑποστρωννύω ΜΑ, και ὑποστορέννυμι και ὑποοτόρνυμι Α [στρώνω] στρώνω αποκάτω αρχ. 1. (ιδίως) στρώνω το κρεβάτι κάποιου 3. (στον παθ. παρακμ.) ὑπέστρωμαι μτφ. υπόκειμαι σε κάποιον ή σε κάτι 4. φρ. α) «λέκτρα ὑποστρώννυμι τινι» …   Dictionary of Greek

  • διαστρώνω — (Μ), διαστρώννυμι (Α) [στρώνω, στρώννυμι] μσν. σκεπάζομαι σαν με στρώμα («ἄνθη ναρκίσσων κόκκινα, τὰ δένδρα διαστρωμένα») αρχ. 1. στρώνω κρεβάτι 2. καταγράφω σε κτηματολόγιο …   Dictionary of Greek

  • επιστρώνω — (Μ ἐπιστρώνω Α ἐπιστρώννυμι και ἐπιστρωννύω) [στρώνω] 1. στρώνω, απλώνω κάτι επάνω σε κάτι άλλο ή σε μια επιφάνεια 2. σαμαρώνω …   Dictionary of Greek

  • καλοστρώνω — 1. στρώνω, απλώνω, διασπείρω κάτι με επιμέλεια 2. καλύπτω κάτι εντελώς 3. στρώνω κάτι άφθονα, σε παχύ στρώμα («τό καλόστρωσε το χιόνι») 4. διευθετώ, ετοιμάζω κάτι στην εντέλεια («καλόστρωσε το τραπέζι») 5. εφαρμόζω καλά, ταιριάζω («δεν… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»